Με την 5239/2026 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή αγωγή Μηχανικών Τοπογραφίας & Γεωπληροφορικής και αναγνωρίστηκε σε έκαστο εξ αυτών αποζημίωση ύψους 2.000€/ενάγοντα λόγω της μη έκδοσης των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων από το Ελληνικό Δημόσιο:
“13. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στη μείζονα της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν, κατ’ αρχάς, ότι η αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των Τ.Ε.Ι. γίνεται με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων βάσει εξουσιοδοτικών διατάξεων που περιλαμβάνονται στους εκάστοτε ισχύοντες νόμους τους σχετικούς με την ίδρυση, την οργάνωση και τη λειτουργία τους. Η έκδοση των προεδρικών αυτών διαταγμάτων δυνάμει των εκάστοτε ισχυσασών διατάξεων περί των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των Τ.Ε.Ι. (άρθρα 25 παρ. 2 περ. γ΄ του ν. 1404/1983, 6 παρ. 6 περ. β΄ του ν. 2916/2001, 18 παρ. 2 του ν. 3794/2009, άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4485/2017, ήδη δε, ειδικά για τους πτυχιούχους Τμημάτων Μηχανικών ΤΕ των Τ.Ε.Ι., όπως οι ενάγοντες, άρθρο 257 του ν.4610/2019) αποτελεί -συνταγματικής, κατ’ αρχήν περιωπής- υποχρέωση των εξουσιοδοτούμενων προς τούτο οργάνων της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης, ακόμα και μετά την ένταξη των Τ.Ε.Ι. στη βαθμίδα της ανώτατης εκπαίδευσης, οπότε και τα τελευταία εξακολούθησαν να διαφοροποιούνται από τα αντίστοιχα Α.Ε.Ι., ως προς τον ρόλο και την αποστολή τους, μη εξομοιωθέντων των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων Τ.Ε.Ι. με αυτά των πτυχιούχων Α.Ε.Ι.. Μετά ταύτα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παράλειψη του εναγομένου να εκδώσει το αναγκαίο για τον προσδιορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων των εναγόντων ως αποφοίτων των ανωτέρων Τμημάτων Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), εντός ορισμένου -κατά περίπτωση- χρόνου, ήτοι, κατ’ αρχάς από την ίδρυση των ως άνω Τμημάτων βάσει του άρθρου 25 παρ. 1 περ. γ΄ του ν. 1404/1983, είναι μη νόμιμη ως παραβιάζουσα τόσο το άρθρο 16 παρ. 7 όσο και το 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Στοιχειοθετείται, επομένως, παράνομη παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία συνεχίζεται επί μακρό χρόνο και θεμελιώνεται ευθύνη του εναγομένου, κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων ειδικότερων ισχυρισμών του εναγομένου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι, από την ως άνω παράνομη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου να εκδώσουν το απαιτούμενο προεδρικό διάταγμα, οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική ταλαιπωρία και αβεβαιότητα ως προς την επαγγελματική τους προοπτική και αποκατάσταση, συνεκτιμώντας, πάντως, ότι δεν νοείται απώλεια μη κατοχυρωθείσας επαγγελματικής ύλης, κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιδίκασης σε εκείνους χρηματικής ικανοποίησης, λόγω επελθούσας ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 2.000 ευρώ, κατά μερική αποδοχή του αγωγικού τους αιτήματος. Εξάλλου, η ένδικη αξίωση των εναγόντων, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που τους έχει προκαλέσει η συντελεσθείσα – διαρκής μέχρι και τον χρόνο επίδοσης της αγωγής – παράνομη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου να εκδώσουν το αναγκαίο για την κατοχύρωση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων προεδρικό διάταγμα, υπέκειτο, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 140 παρ. 1 και 141 του ν. 4270/2014, για κάθε οικονομικό έτος στο οποίο αναγόταν η σχετική βλάβη, σε αυτοτελή πενταετή παραγραφή, η οποία άρχιζε από το τέλος του ενός εκάστου έτους, δεδομένου ότι αυτή δεν συνδέεται με μια αποπερατωθείσα άπαξ τελεσθείσα παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 80/2013 επταμ., 1214/2002, βλ. Δ.Ε.Α. 671/2021 σκέψη 8).”