Με την 3156/2026 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή αγωγή Μηχανικών Τεχνολογίας Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου και αναγνωρίστηκε χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης ύψους 2.000€/ενάγοντα λόγω της παράλειψης έκδοσης του προεδρικού διατάγματος καθορισμού των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων:
“12 . Επειδή, υπό τα ως άνω δεδομένα και σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν, η Διοίκηση υπείχε την υποχρέωση να εκδώσει τα προβλεπόμενα, διαδοχικώς, από τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.2 περ.γ’ του ν.1404/1983, του άρθρου 18 παρ.2 του ν.3794/2009, του άρθρου 46 του ν.4485/2017 και, πλέον, του άρθρου 257 του ν.4610/2019, προεδρικά διατάγματα, για τον καθορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων Μηχανικών Τ.Ε. των Τ.Ε.Ι., όπως είναι οι ενάγοντες (Μηχανικοί Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου), η δε έκδοσή τους ήταν συνταγματικά υποχρεωτική για την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση (βάσει του άρθρου 16 παρ.7 του Συντάγματος και των άρθρων 5 παρ.1 και 16 παρ.5 του Συντάγματος), ανεξαρτήτως του εάν οι ενάγοντες έλαβαν πτυχίο πριν ή μετά την ένταξη (το έτος 2001) των εν λόγω Ιδρυμάτων στην ανώτατη εκπαίδευση (βλ. ΣτΕ 2073/2022 7μ.), αλλά και ανεξαρτήτως της επελθούσας συγχώνευσης διαφόρων Τμημάτων του Τ.Ε.Ι. Καβάλας, από το οποίο αποφοίτησαν οι ενάγοντες, στο Τ.Ε.Ι. Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου ως αβάσιμων. Όσα δε προβάλλονται περί ενεργειών συγκρότησης Επιτροπών και ομάδων εργασίας για τη ρύθμιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων Μηχανικών Τ.Ε. των Τ.Ε.Ι., δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή, δεδομένου ότι μέχρι και σήμερα δεν έχουν εκδοθεί τα επίμαχα προεδρικά διατάγματα. Επομένως, από την παράνομη, εν προκειμένω, μη έκδοση προεδρικού διατάγματος που να ρυθμίζει τα επαγγελματικά δικαιώματα των εναγόντων, ως πτυχιούχων Μηχανικών Τ.Ε., με αποτέλεσμα να αποστερούνται την ακώλυτη και ισότιμη συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, βάσει των νόμιμων προσόντων που απέκτησαν μετά από επιτυχή φοίτηση στα Ιδρύματα αυτά, στοιχειοθετείται, καταρχήν, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 ΑΚ. Εξάλλου, ενόψει του εξακολουθητικού χαρακτήρα της παρανομίας, καθώς η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση συνεχίζει να μην εκδίδει προεδρικό διάταγμα, κατ’ εφαρμογή των προαναφερόμενων εξουσιοδοτικών διατάξεων (διαρκής παράλειψη), η δε επικαλούμενη ηθική βλάβη των εναγόντων προκαλείται από την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη λήψη του τίτλου σπουδών τους, χωρίς η Διοίκηση να προβαίνει στην οφειλόμενη ενέργειά της, η ένδικη αξίωση, σε κάθε περίπτωση, ως προς όλους τους ενάγοντες δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά τον κρίσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ.2 του Κ.Δ.Δ., χρόνο της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής στο εναγόμενο, η δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενη ένσταση του εναγομένου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη (πρβλ. ΣτΕ 1827/2020, 80/2013 7μ., 3829/2011, βλ. ΔΕφΑθ 671/2021). Εξάλλου, μεταξύ της συντελεσθείσας ως άνω παράνομης παράλειψης και της επικαλούμενης ηθικής βλάβης των εναγόντων υφίσταται πράγματι αιτιώδης σύνδεσμος, δοθέντος ότι η προπεριγραφείσα παρανομία μη καθορισμού των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων Τ.Ε.Ι. όπως οι ίδιοι, δια της έκδοσης του απαιτούμενου προεδρικού διατάγματος, η οποία δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα μέχρι σήμερα, συνιστά όπως έχει κριθεί [βλ. ΣτΕ 903-904/2025, 2073/2022 7μ., 2407-2409/2022 και Σ.τ.Ε. Τριμ.Συμβ.Συμ.(αποφ.) 24/2021], καθαυτή και παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους στην εργασία και για ακώλυτη και ισότιμη συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρα 22 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος), τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο παρίστανται απορριπτέα ως αβάσιμα στο σύνολό τους. Τούτων δοθέντων και λαμβάνοντας υπόψη ότι, από την προαναφερόμενη παράνομη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου, να εκδώσουν το απαιτούμενο προεδρικό διάταγμα, οι ανωτέρω ενάγοντες, μετά την αποφοίτησή τους, υπέστησαν ψυχολογική ταλαιπωρία, οφειλόμενη στην αβεβαιότητα ως προς την επαγγελματική τους προοπτική και αποκατάσταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιδίκασης σε καθέναν από αυτούς εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ.. Κατά συνεκτίμηση, τέλος, του είδους της βλάβης των εναγόντων, που αφορά σε συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά τους (επαγγελματική ελευθερία, εργασία, ακώλυτη και ισότιμη συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας), του μακρού, πέραν κάθε εννοίας κράτους δικαίου, χρονικού διαστήματος της παράλειψης (πρβλ. ΣτΕ Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης άρθρου 2 ν. 3068/2002, πρακτικό 2/2025), της κατ’ εξακολούθηση παραβίασης της συνταγματικής υποχρέωσης της Διοίκησης (άρθρο 95 παρ. 5) να συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση, παρά την επιβολή, επανειλημμένα, χρηματικών κυρώσεων για την ίδια αιτία (πρβλ. ΣτΕ Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης άρθρου 2 ν. 3068/2002, απόφαση 38/2023), δικαιούνται, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη τους, καθένας από τους ποσό 2.000 ευρώ, κατά μερική αποδοχή του αγωγικού αιτήματος”.