ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΕΕ ΣΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ-ΕΣΦΑΛΜΕΝΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ
April 24, 2020

Με την με αρ.9408/2020 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (όμοιες οι με αρ.Α 2713, 2714, 2715/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά) κρίθηκε άκυρη η επίδοση ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ στον οικείο εργοδότη, λόγω του ότι στην σχετική ταχυδρομική απόδειξη παραλαβής τους δεν αναγραφόταν το ονοματεπώνυμο του προσώπου που τις παρέλαβε για να διαπιστωθεί η σχέση του με την οικεία εταιρία-φερόμενη ως υπόχρεη των οικείων καταλογιστικών πράξεων.

 

Αριθμός απόφασης 9408 / 2020-ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ  ΤΜΗΜΑ 8o ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν, το Δικαστήριο κρίνει κατ’ αρχήν ότι η επίδοση των υπ’ αριθ. 43024 και 43025/2006 ΠΕΕ και 15579 και 15580/2006 ΠΕΠΕΕ στην προσφεύγουσα μέσω του Ταχυδρομείου στις 30.08.2006 δεν είναι νόμιμη, καθόσον στην σχετική ταχυδρομική απόδειξη παραλαβής των επίμαχων ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ δεν αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του προσώπου που παρέλαβε τις πράξεις, όπως απαιτείται επί ποινή ακυρότητας της επίδοσης από τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 6 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι το πρόσωπο αυτό είναι, κατά το νόμο ή το καταστατικό της εταιρίας, εκπρόσωπός της είτε υπάλληλος που έχει εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το νόμιμο εκπρόσωπο, παρά μόνο η δυσανάγνωστη υπογραφή του. Επομένως, αφού από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει πλήρης γνώση των ανωτέρω πράξεων και των αιτιολογιών τους από το νόμιμο εκπρόσωπο της προσφεύγουσας σε χρόνο που να καθιστά τις υπ’ αριθ. 9113, 9114, 9119 και 9120/26.08.2010 ενστάσεις της τελευταίας κατά των πράξεων αυτών εκπρόθεσμες, σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν στην 3η σκέψη της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενστάσεις της προσφεύγουσας οι οποίες κατατέθηκαν στις 26.08.2010 ασκήθηκαν εμπροθέσμως, έπρεπε να θεωρηθούν από την ΤΔΕ εμπρόθεσμες, οι δε προσβαλλόμενες αποφάσεις της ΤΔΕ, με τις οποίες αυτές απορρίφθηκαν ως εκπροθέσμως ασκηθείσες, εσφαλμένως ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τον νόμο και, για τον λόγο αυτό, πρέπει να ακυρωθούν, κατ’ αποδοχή ως βασίμου του σχετικώς προβαλλόμενου λόγου. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 4η σκέψη της παρούσας, εφόσον η ΤΔΕ δεν έχει ασκήσει την εξουσία που της παρέχει ο νόμος για την κατ’ ουσίαν εξέταση της υπόθεσης, το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν, κατ’ άρθρο 79 παρ. 3 περ. γ΄ του Κ.Δ.Δ., προκειμένου να αποφανθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.